Χρονολόγιο  

         
       
   
 
 

Ο ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Στην Αίγυπτο, στην εύφορη κοιλάδα του Νείλου, αναπτύχθηκε ένας από τους σημαντικότερους πολιτισμούς της Ανατολικής Μεσογείου.
Την Αίγυπτο, που ο Ηρόδοτος αποκαλεί «το δώρο του ποταμού», διασχίζει από Νότο προς Βορρά ο ποταμός Νείλος σχηματίζοντας μία στενή εύφορη κοιλάδα  στο μέσο ερήμων και, λίγο πριν την εκβολή του στη Μεσόγειο, το πλατύ γόνιμο Δέλτα του Νείλου.

Ο Αιγύπτιος ιερέας και ιστορικός Μανέθωνας, γύρω στο 280 π.Χ..  συνέγραψε πρώτος  Τα Αιγυπτιακά, την ιστορία δηλαδή της Αιγύπτου, συσχετίζοντας τα ιστορικά γεγονότα και την πολιτισμική εξέλιξη με τις 30 βασιλικές οικογένειες (Δυναστείες). Το συμβατικό αυτό σύστημα χρονολόγησης διατήρησαν και οι σύγχρονοι ιστορικοί εντάσσοντας τις δυναστείες σε ευρύτερες χρονικές περιόδους, τα Βασίλεια (Αρχαίο, Μέσο, Νέο), την Ύστερη Περίοδο, και προσθέτοντας την Ελληνορωμαϊκή Εποχή. Μεταξύ τους παρενέβαλαν τις τρεις Μεταβατικές Περιόδους που είναι διαστήματα αναρχίας, εμφυλίων πολέμων και γενικά πολιτικής αδυναμίας.
Κατά την Προδυναστική περιόδο (περ. 5400-3000 π.Χ.), πριν δηλαδή από τη δημιουργία των πρώτων δυναστειών, διάφορα αυτόνομα βασίλεια, με ξεχωριστές θεότητες, διαφορετικά σύμβολα, αλλά κοινή τη χρήση βασικών ιερογλυφικών στοιχείων και την πίστη στη μεταθάνατο ζωή, αναπτύχθηκαν στο νότιο  και στο βόρειο τμήμα της Αιγύπτου Τα κύρια χαρακτηριστικά δημιουργήματά τους, είναι λίθινα αγγεία, χρωματοτρίπτες (σκεύη προοριζόμενα αρχικά για τον καλλωπισμό), κεφαλοθραύστες τελετουργικά μαχαίρια, εμπεριέχουν τα βασικά στοιχεία του μετέπειτα φαραωνικού πολιτισμού.
Γύρω στο 3000 π.Χ. επιτυγχάνεται η ενοποίηση της Αιγύπτου από τον Φαραώ Νάρμερ ή Άχα που, ίσως, ταυτίζεται με το μυθικό βασιλιά Μήνη σύμφωνα με τον Μανέθωνα. Ακολουθεί η πρωτοδυναστική περίοδος (περ. 3000-2575 π.Χ.,.1η–3η Δυν.), η οποία σηματοδοτείται από την καθιέρωση της θεοκρατικής μοναρχίας, όπου ο Φαραώ, απόλυτος μονάρχης, ταυτίζεται με τον θεό Ώρο, και θεωρείται ενσάρκωσή του θεού στη γη.  Παράλληλα, εδραιώνεται η τάξη των ευγενών και εξελίσσονται τα ιερογλυφικά. Τα αγάλματα και ειδώλια των φαραώ, των κοινών ανθρώπων και των ιερών ζώων χαρακτηρίζονται από μετωπικότητα, μνημειακότητα και φυσιοκρατία, ενώ τα ανάγλυφα από τη στενή σχέση λόγου (ιερογλυφικών) και εικόνας.

Με πρωτεύουσα τη Μέμφιδα ισχυροί και πλούσιοι φαραώ του Αρχαίου Βασιλείου (περ. 2575-2134 π.Χ., 4η-8η Δυν) καθιερώνουν, από την 5η δυναστεία, τη λατρεία του Ήλιου και αποκαλούνται, στο εξής, «γιοί του Ήλιου». Το Αρχαίο Βασίλειο αποτελεί ακμάζουσα περίοδο της αρχιτεκτονικής και της γλυπτικής, Κτίζονται ηλιακοί ναοί με σημείο αναφοράς τους γιγάντιους οβελίσκους, όπου ετελείτο η λατρεία του Ρα (θεός Ήλιος) ,πυραμίδες ως βασιλικοί τάφοι και μαστάμπα (ορθογώνια υπέργεια οικοδομήματα με έναν ή περισσότερους επικοινωνούντες υπόγειους λαξευτούς θαλάμους) ως τάφοι  των μελών της βασιλικής οικογένειας και των ευγενών. Οι τάφοι τύπου μαστάμπα  διακοσμούνται με ανάγλυφα και αγάλματα, που απεικονίζουν σε μετωπική στάση ήρεμες και μεγαλόπρεπες νεανικές μορφές με τέλειες αναλογίες. Στο Αρχαίο Βασίλειο γνωρίζει σημαντική εξέλιξη η ιερογλυφική γραφή. Τα «Κείμενα των Πυραμίδων» αποτελούν σημαντικό σταθμό στην εξέλιξη της γλώσσας των ανθρώπων της εποχής και  απηχούν τις μεταθανάτιες αντιλήψεις τους.

 Με έδρα τις Θήβες, ικανοί Φαραώ του Μέσου Βασιλείου (περ. 2040-1640 π.Χ., Δυν.11η-13η ) επαναφέρουν την ενότητα, μετά από μία περίοδο αναρχίας κατά την Πρώτη Μεταβατική Περίοδο (περ. 2134-2040 π.Χ., Δυναστείας.9η-αρχές 11ης Δυναστείας) και επεκτείνουν την κυριαρχία τους προς τα νότια ασκώντας παράλληλα έντονη επιρροή στην Εγγύς Ανατολή. Το Μέσο Βασίλειο αποτελεί την κλασική περίοδο της λογοτεχνίας. Στην τομέα της τέχνη έχουμε την δημιουργία αρχικά βασιλικών αγαλμάτων-πορτραίτων (όπως του Σέσωστρι Γ΄ και του γιού του Αμενεμχάτ Γ΄) και αργότερα  την δημιουργία αγαλμάτων ιδιωτών με τονισμένη την προσωπικότητα και με έμφαση στην εσωτερικότητα. Παράλληλα, στην ύστερη 11η δυναστεία και κυρίως στην 12η, μια λαϊκότερη τέχνη, που ωστόσο χαρακτηρίζεται από μια καλλιτεχνική ζωντάνια βρίσκει την έκφρασή της στη δημιουργία ξύλινων ταφικών ομοιωμάτων, πλοίων και υπηρετών που ασχολούνται με την παραγωγή των αναγκαίων αγαθών για το Kα (ψυχή, ζωική ενέργεια) του νεκρού

 Κατά τη Δεύτερη Μεταβατική περίοδο (περ. 1640-1532 π.Χ., Δυν.14η-17η) ασιατικοί λαοί,  οι Υκσώς, καταλαμβάνουν την Αίγυπτο, ιδρύουν το βασίλειο τους στο Δέλτα του Νείλου, με πρωτεύουσα την Άβαρι, και καθιστούν φόρου υποτελείς τους γηγενείς φαραώ. Οι Υκσώς για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας υιοθετούν πολλά στοιχεία του φαραωνικού πολιτισμού.

Μετά την εκδίωξη των Υκσώς από τη 18η Θηβαϊκή δυναστεία του Νέου Βασιλείου (περ. 1550-1070 π.Χ., Δυν.18η-20η), την ενοποίηση της Αιγύπτου και την επέκταση της τόσο προς τα δυτικά και νότια (Λιβύη, Νουβία) όσο και προς τα ανατολικά (Συροπαλαιστίνη), η Αίγυπτος μετασχηματίζεται σε αυτοκρατορία στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου. Ο πλούτος που συσσωρεύεται στη χώρα, η επαφή με τους κατακτημένους λαούς και το εμπόριο με την Κρήτη, τη μυκηναϊκή Ελλάδα, τη Μ. Ασία, τη Σομαλία και ίσως μέχρι τη μακρινή Υεμένη συντελούν στη δημιουργία μιας νέας μεγαλόπρεπης και πιο περίτεχνης τεχνοτροπίας που αποτυπώνεται στα μνημεία των Θηβών. Λαξευτοί τάφοι, με ξεχωριστούς ταφικούς ναούς, κατασκευάζονται στη δυτική όχθη του Νείλου (Κοιλάδα των Βασιλέων), ενώ κτίζονται νέα πλούσια ανάκτορα (του Αμένωφι Γ΄ στη θέση Μαλκάτα της δυτικής όχθης) και μεγαλοπρεπείς ναοί στις θέσεις Λούξορ και Καρνάκ (στην ανατολική όχθη).
Μετά από μια μικρή περίοδο μονοθεϊστικών τάσεων (θρησκευτική μεταρρύθμιση του Αχενατών) και τη δημιουργία της χαρακτηριστικής τεχνοτροπίας της Αμάρνα, παρατηρείται επιστροφή στην παραδοσιακή τεχνοτροπία του Νέου Βασιλείου με αποκορύφωμα στα χρόνια της βασιλείας του Ραμσή Β’.

Η αδυναμία διακυβέρνησης των τελευταίων διαδόχων του Ραμσή Β΄ οδήγησε στην Τρίτη Μεταβατική περίοδο (περ. 1070-712 π.Χ, Δυν 21η-24η), κατά την οποία η χώρα συρρικνώνεται εδαφικά. Στην περίοδο της 21ης Δυναστείας η εξουσία μοιράζεται μεταξύ του Αρχιερέα του Άμμωνος Χεριχόρ (με πρωτεύουσα τις Θήβες) και του φαραώ Σμένδη της Κάτω Αιγύπτου (με πρωτεύουσα την Τανίδα). Αργότερα (22η -24η Δυν.), η εξουσία καταλύεται από τους Λιβύους, απογόνους λιβύων μεταναστών, εγκαταστημένων στο Δέλτα του Νείλου.  Η εποχή χαρακτηρίζεται από τον πλούτο των ταφικών εθίμων, την τελειοποίηση της τεχνικής της ταρίχευσης και την άνθιση στον τομέα της μεταλλοτεχνίας.

Κατά την Ύστερη περίοδο (περ. 712-332 π.Χ.), λόγω της συνεχιζόμενης πολιτικής αδυναμίας και αστάθειας, εκτός από μια μικρή περίοδο διακυβέρνησης από αιγυπτίους φαραώ (26η Δυναστεία-γνωστή ως Σαϊτική, 28η-30η Δυναστεία.), η χώρα βρίσκεται υπό την κυριαρχία ξένων λαών, από την Αφρική (Noυβίων-25η Δυν.) και την Εγγύς Ανατολή (Ασσυρίων 671-664 π.Χ. και Αχαιμενιδών Περσών, 27η και 31η Δυν.). Στον τομέα της τέχνης, παρατηρείται η τάση αναβίωσης της τέχνης παλαιότερων εποχών. Στενή ήταν η σχέση μεταξύ των φαραώ της Σαϊτικής δυναστείας και ελληνικών φύλλων κυρίως από τα παράλια της Μ. Ασίας. Ο Ψαμμήτιχος Α΄ χρησιμοποιεί Έλληνες μισθοφόρους για να εκδιώξει τους κατακτητές Ασσυρίους από τη χώρα του, ενώ ο Άμασις Β΄ συσφίγγει περισσότερο τους δεσμούς παραχωρώντας σε Έλληνες την πόλη Ναύκρατι μαζί με το αποκλειστικό προνόμιο του θαλάσσιου εμπορίου.

Με την κατάκτηση της Αιγύπτου το 332 π.Χ. από τον Αλέξανδρο -ο οποίος γίνεται δεκτός ως ελευθερωτής της από τον περσικό ζυγό- αλλά και τους διαδόχους (Μακεδονική δυναστεία 332-304 και την δυναστεία των Πτολεμαίων, η χώρα περνά σε μια νέα εποχή, την Ελληνιστική (332-30 π.Χ.) που χαρακτηρίζεται στον τομέα της θρησκείας και της τέχνης από την αλληλεπίδραση του ελληνικού και του αιγυπτιακού πολιτισμού και τη δημιουργία μιας μικτής τεχνοτροπίας.

Με την ήττα από τους Ρωμαίους και το θάνατο της τελευταίας πτολεμαίας βασίλισσας, της γνωστής Κλεοπάτρας της 7ης, η Αίγυπτος μετατρέπεται σε ρωμαϊκή επαρχία (30 π.Χ-395 μ.Χ). Η τέχνη περιορίζεται στο χώρο της μικροτεχνίας με την κατασκευή περίτεχνων κοσμημάτων από πολύτιμα μέταλλα και λίθους. Λαμπρή εξαίρεση αποτελούν τα περίφημα πορτραίτα τύπου Φαγιούμ και τα γνωστά κοπτικά υφάσματα.

   
 
     
                         
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ & ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ  
 
  © ΕΘΝΙΚΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ, 2008-2014
El