Δελτίο Τύπου | Το ιστορικό των αγαλμάτων 
 
     
   
   

Το ιστορικό των αγαλμάτων

Το 1889 το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο εγκαινιάστηκε έχοντας αποκτήσει μνημειακή με ιωνικό πρόπυλο πρόσοψη, την οποία σχεδίασε ο Εrnst Ziller. O Ziller διακόσμησε το στηθαίο με έξι πήλινα αγάλματα, αντίγραφα σημαντικών πρωτότυπων γλυπτών έργων της κλασικής αρχαιότητας. Τα πήλινα γλυπτά τοποθετήθηκαν στις άκρες του στηθαίου σε δύο ομάδες των τριών, ώστε η διάταξή τους να δημιουργεί ορθή γωνία. Τα αγάλματα εκείνα ήταν από αριστερά προς τα δεξιά: η Δήμητρα, ο τύπος της οποίας δεν έχει αναγνωριστεί, ο Απόλλων του τύπου Belvedere, ρωμαϊκό αντίγραφο ενός πρωτότυπου έργου του 330 π.Χ., ίσως του Αθηναίου γλύπτη Λεωχάρη, η ΄Ηρα με κεφαλή στον τύπο της ''΄Ηρας Ludovisi'', ρωμαϊκού έργου του 40 μ.Χ., ο Αποξυόμενος, ρωμαϊκό αντίγραφο ενός πρωτότυπου έργου του 320 π.Χ. του Σικυώνιου γλύπτη Λυσίππου, το σύμπλεγμα της Ειρήνης και του Πλούτου, ρωμαϊκό αντίγραφο ενός πρωτότυπου έργου του 370 π.Χ. του Κηφισοδότου του Πρεσβυτέρου, πατέρα του Πραξιτέλη και ο ’ρης του τύπου Borghese, ρωμαϊκό αντίγραφο ενός πρωτότυπου έργου του 420-400 π.Χ., ίσως του Αθηναίου γλύπτη Αλκαμένη.
Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου τρία από τα έξι αγάλματα (η Δήμητρα, ο Αποξυόμενος και ο ’ρης) απομακρύνθηκαν λόγω φθοράς. Τα άλλα τρία παρέμειναν στην αρχική θέση τους, ενώ τη θέση του Αποξυομένου κατέλαβε το πήλινο αντίγραφο του αγάλματος του Διαδουμένου αθλητή, ρωμαϊκού αντιγράφου ενός πρωτότυπου έργου του 430 π.Χ. του Αργείου γλύπτη Πολυκλείτου. Αυτό το πήλινο έργο προερχόταν από τον διάκοσμο της επίστεψης του Ιλίου Μελάθρου (οικία Schliemann). Έκτοτε το στηθαίο κοσμούσαν τέσσερα αγάλματα (ο Απόλλων, η Ήρα, ο Διαδούμενος και η Ειρήνη με τον Πλούτο).
Μετά το σεισμό του Σεπτεμβρίου του 1999 τα τέσσερα εκείνα πήλινα αγάλματα απομακρύνθηκαν λόγω φθορών και μεταφέρθηκαν στα εργαστήρια του Μουσείου για συντήρηση. Παράλληλα προκηρύχθηκε διαγωνισμός για την τοποθέτηση νέων πιστών αντιγράφων, αυτή τη φορά όχι πήλινων αλλά από ειδική τσιμεντοκονία στην απόχρωση του πηλού, ώστε να έχουν αντοχή στις έντονες καιρικές συνθήκες. Τα νέα τσιμεντένια αντίγραφα έχουν χυτευθεί ''κούφια'', διαθέτουν εσωτερικό οπλισμό (ατσαλόβεργες) ώστε να εξασφαλίζεται η αντοχή και η σταθερότητα της κατασκευής και έχουν επιχρισθεί εξωτερικά με βερνίκι στεγανοποίησης. Το βάρος τους κυμαίνεται από 329 έως 516 κιλά.
Στις 14 Σεπτεμβρίου 2009 τοποθετούνται και πάλι τα τέσσερα από τα αρχικά έξι στημένα έργα στην πρόσοψη του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.

 
         
   
     
                         
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ & ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ  
 
  © ΕΘΝΙΚΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ, 2008-2016
Ελ