Αφιέρωμα στο ναυάγιο των Αντικυθήρων...>>
   
 
   
 

Άγαλμα Ερμή

Υλικό: Παριανό μάρμαρο
Προέλευση: Ναυάγιο Αντικυθήρων. Από την ανέλκυση των ετών 1900-1901
(28.1.1901 [κεφαλή], 30.1.1901 [κορμός])
Χρονολόγηση: Αρχές 1ου αι. π.Χ.
Διαστάσεις: Ύψ. 1,93 μ.
Aρ. ευρ.: 2774

Το φυσικού μεγέθους άγαλμα, μετά από τη συγκόλληση των θραυσμένων μερών του, αποκαθίσταται ολόκληρο μαζί με τη συμφυή πλίνθο του. Η επιφάνειά του παρουσιάζει έντονη διάβρωση από τη μακρά παραμονή του στη θάλασσα, ιδιαίτερα στη δεξιά πλευρά. Χαμηλή, ανεπίγραφη βάση με βάθυνση για την υποδοχή της πλίνθου έχει θεωρηθεί ότι ανήκει σε αυτό.

Κατάλοιπα του ιματίου σώζονται στον αριστερό ώμο. το τμήμα του ενδύματος που καλύπτει τον αριστερό πήχη και πέφτει κατακόρυφα έως τον αστράγαλο διατηρείται σε καλύτερη κατάσταση, ώστε να αναγνωρίζονται με σαφήνεια δύο κατακόρυφες παράλληλες πτυχές.

H ένταξή του στις υστεροελληνιστικές παραλλαγές του αγαλματικού τύπου του Ερμή Richelieu είναι αναμφίβολη. Χαρακτηριστική για την εποχή, στην οποία ανήκει το άγαλμα, είναι η απόδοση των βοστρύχων της κόμης, που αποσκοπεί στη δημιουργία εντύπωσης παρά στην απόδοση της λεπτομέρειας.

Τα μαρμάρινα γλυπτά του ναυαγίου των Αντικυθήρων μπορούν να διακριθούν σε τέσσερις κατηγορίες σύμφωνα με τα τεχνοτροπικά τους χαρακτηριστικά: α) σε δημιουργίες που αντιγράφουν ή παραλλάσσουν διάσημα έργα της κλασικής αρχαιότητας, β) σε κλασικιστικές δημιουργίες, που συγχωνεύουν στοιχεία και συνθέσεις των κλασικών χρόνων, εμπλουτισμένες με χαρακτηριστικά της ελληνιστικής τέχνης, γ) σε έργα με έντονες αναμνήσεις από δημιουργίες της πρώιμης και της μέσης ελληνιστικής περιόδου και δ) σε πρωτότυπες δημιουργίες των ύστερων ελληνιστικών χρόνων.

Το άγαλμα του Ερμή εντάσσεται στην πρώτη κατηγορία. Το χάλκινο πρωτότυπό του χρονολογείται γύρω στα 360-350 π.Χ. Πιθανοί δημιουργοί του έχουν θεωρηθεί Αργειοσικυώνιοι γλύπτες της «τρίτης γενιάς» των συνεχιστών της Πολυκλείτιας σχολής, όπως ο Κλέων, ο Άλυπος και ο Πολύκλειτος ΙΙΙ, που κινούνται τεχνοτροπικά «στο δρόμο προς το Λύσιππο». Το άγαλμα των Αντικυθήρων εντάσσεται, μαζί με εικονιστικό ανδριάντα από τη Μεσσήνη και παραλλαγή από τη Μήλο στο Βερολίνο, έργο του παριανού γλύπτη Αντιφάνους, στην ομάδα των λιγοστών υστεροελληνιστικών παραλλαγών του τύπου, η πλειονότητα των οποίων χρονολογείται στους δύο πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες.

Βιβλιογραφία: C. Maderna-Lauter, Polyklet in hellenistischer und romischer Zeit, στον τόμο: H. Beck - P.C. Bol - M. Buckling (επιμ.), Polyklet. Der Bildhauer der griechischen Klassik, Κατάλογος Έκθεσης, Φρανκφούρτη, Liebieghaus. Museum alter Plastik, Mainz am Rhein 1990, 305, εικ. 182-183, και 307. C. Maderna, Die letzten Jahrzehnte der spatklassischen Plastik, στον τόμο: P.C. Bol (επιμ.), Die Geschichte der antiken Bildhauerkunst II: Klassische Plastik, Mainz am Rhein 2004, 317, 320, 353, 364, εικ. 290. B. Γκράτζιου, Αγαλματικοί τύποι του Ερμή στην πλαστική της Κλασικής Εποχής (αδημ. διδ. διατρ.), Ιωάννινα 2010, 171-172, αρ. 7.1, πίν. 90α-δ. Ν. Καλτσάς (επιμ.), Το Ναυάγιο των Αντικυθήρων. To Πλοίο-Οι Θησαυροί-Ο Μηχανισμός, Κατάλογος της έκθεσης στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα 2012 [Έ. Βλαχογιάννη, υπό εκτύπωση].

 
 
 
 
   
 
Θέση στο μουσείο
|
 
     
     
                        
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ & ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ & ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ  
 
© ΕΘΝΙΚΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ, 2008-2013
El