Αφιέρωμα στο ναυάγιο των Αντικυθήρων...>>
   
 
   
 

Σωλήνας παροχέτευσης ύδατος

Υλικό: Μόλυβδος
Προέλευση: Ναυάγιο Αντικυθήρων.
Από την ανέλκυση του 1900-1901 και του 1976 (15-11-1976, από βάθος 50 μ.)
Χρονολόγηση: Α΄ μισό του 1ου αι. π.Χ. και πριν
Διαστάσεις: Μήκος 0,415 μ., Μέγιστη διάμετρος 0,08 μ.
Aρ. ευρ.: Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, X 19014
Χώρος έκθεσης: Πτέρυγα Περιοδικών Εκθέσεων, Αίθουσα Ι

Κατά κύριο λόγο σε τέτοιους σωλήνες, κατά περίσταση συνδυασμένους με υπολείμματα συλλεκτηρίων δεξαμενών, αναγνωρίζονται λείψανα της αντλίας (αρχ. ?ντλία, ?ντλος, λατ. sentinaculum) για παροχέτευση των υδάτων (αρχ. ?ντλος, λατ. sentina) από το εσωτερικό του κύτους, τα οποία παρεισέφρεαν εκεί λόγω χαλάρωσης των αρμών αλλά και της βροχής. Ο πρωιμότερος μολύβδινος σωλήνας από συσκευή άντλησης έχει ταυτισθεί στο ναυάγιο του 300-270 π.Χ. στο Serce Limani. Οι σχετικές αρχαιολογικές μαρτυρίες, όμως, απαντούν στην πλειονότητά τους στην πρύμνη ναυαγίων του 1ου αι. π.Χ. (Grand Congloue, Albenga, Titan, Μahdia, Madrague de Giens κλπ.). Η πλήρης ανάπτυξη της υποδομής αυτής προϋποθέτει την ύπαρξη τρόπιδας και ικανό βάθος κύτους. Η απαγωγή των υδάτων από τον πυθμένα επιτυγχανόταν με την κίνηση δύο κατακόρυφων τροχών, ενός στο κατάστρωμα και ενός στον πυθμένατου κύτους, με τη βοήθεια σχοινιού εφοδιασμένου με ξύλινα δισκία κατά διαστήματα. Όταν ο χειριστής (λατ. sentinator) περιέστρεφε με λαβή τον ανώτερο τροχό, η κίνηση μεταδιδόταν μέσω του σχοινιού στο κατώτερο, βυθισμένο στα προς άντληση ύδατα, και τα προωθούσε μέσω ξύλινου σωλήνα σε μολύβδινη συλλεκτήρια δεξαμενή στο κατάστρωμα. Μολύβδινοι σωλήνες, προσαρμοσμένοι στη βάση της δεξαμενής, παραλάμβαναν το περιεχόμενο της δεξαμενής και το απομάκρυναν από το σκάφος ακολουθώντας την κλίση του. Αρχαιολογικές ενδείξεις, όμως, υπαινίσσονται και την έξοδο των σωλήνων αυτών και κάτω από το επίπεδο του καταστρώματος. H απόδοση της συσκευής ήταν εξαρτημένη από τη διάμετρο του σωλήνα ανόδου των υδάτων και την ταχύτητα περιστροφής του σχοινιού. Ιδιαίτερη ανάγκη για άντληση των υδάτων είχαν τα σιταγωγά πλοία λόγω της ευαισθησίας του φορτίου τους (συσκευασία σε σάκκους ή και χύδην αποθήκευση κατά τις θαλάσσιες μεταφορές).

Εικάζεται μάλιστα ότι ο Αρχιμήδης (?θήναιος, Δειπνοσοφισταί 5.208f), ο οποίος χρησιμοποίησε τον ατέρμονα κοχλία του μεταξύ του 241 και 220 π.Χ. για άντληση υδάτων από το μεγάλο πλοίο του Ιέρωνος Β΄ των Συρακουσών, οδηγήθηκε στην εφαρμογή αυτή στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει το συγκεκριμένο πρόβλημα, δεδομένου ότι η γενέτειρά του υπήρξε χώρος ναυπήγησης πλοίων μεταφοράς σίτου και ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα εξαγωγής αυτού του προϊόντος κατά την αρχαιότητα. Περαιτέρω, είναι εύλογο να έχει επηρεασθεί η τελειοποίηση του συστήματος από τα επιτεύγματα του μηχανικού Κτησιβίου στον τομέα των αντλιών.

Βιβλιογραφία: Ν. Καλτσάς-Ε. Βλαχογιάννη-Π. Μπούγια (επιμ.), Το Ναυάγιο των Αντικυθήρων: Το πλοίο-οι θησαυροί-ο Μηχανισμός, Κατάλογος της αρχαιολογικής έκθεσης στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Απρίλιος 2012- Απρίλιος 2013, Αθήνα 2012, 44-45 αρ. 6 (Π. Μπούγια).

 
 
 
 
 
 
Θέση στο μουσείο
|
 
     
     
                        
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ & ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ  
 
© ΕΘΝΙΚΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ, 2008-2016
Ελ