:: 2013
 
   
   
   
   
     
   
     
   
 
 
  Αφιέρωμα στο ναυάγιο των Αντικυθήρων...>>
   
 
   
 

Κεφαλή γενειοφόρου άνδρα

Υλικό: Χαλκός
Προέλευση: Ναυάγιο Αντικυθήρων. Από την ανέλκυση των ετών 1900-1901
Χρονολόγηση: Γύρω στα 230 π.Χ. ή λίγο αργότερα
Διαστάσεις: Ύψος: 0,35 μ.
Αριθμός ευρετηρίου: Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Χ 13400
Χώρος έκθεσης: Πτέρυγα Περιοδικών Εκθέσεων, Αίθουσα ΙI

Η κεφαλή, παρόλη τη διάβρωση της επιφάνειας, σώζεται σε αρκετά καλή κατάσταση. Ίχνη «ραφών» στη βάση του λαιμού, μπροστά και αριστερά, επιβεβαιώνουν ότι είχε χυτευθεί χωριστά από το σώμα. Ένθετα ήταν τα μάτια. Εξωτερικά έφεραν περίγραμμα από λεπτή μετάλλινη ταινία, ενώ οι βολβοί ήταν από λευκή άλλοτε, υποκίτρινη σήμερα, ύλη, ίσως αλάβαστρο. Με τον ίδιο τρόπο, με αλάβαστρο δηλαδή και μετάλλινο περίγραμμα, ήταν κατασκευασμένες και οι ίριδες. Αντίθετα τα χείλη, που ήταν από κοκκινόχρωμο κράμα καθαρότερου χαλκού, φαίνεται να έχουν χυτευθεί μαζί με το πρόσωπο. Το παχύ μουστάκι και οι λεπτές χαράξεις στο γένι έγιναν με πολύ λεπτό καλέμι. Τρία ορθογώνια «μπαλώματα» στην περιοχή των μαλλιών και του λαιμού οφείλονται σε επισκευές μετά τη χύτευση.

Πρόκειται για το πορτρέτο ενός γενειοφόρου ηλικιωμένου άνδρα, στο οποίο αποδίδονται με ρεαλισμό τα ατομικά του χαρακτηριστικά. Η σχετικά μεγάλη κεφαλή στρέφεται ελαφρώς προς τα αριστερά. Σχεδόν τετράγωνο είναι το σχήμα του κρανίου, ενώ κοντός και στιβαρός ο λαιμός. Τα μαλλιά σχηματίζουν αχτένιστους, ακατάστατους βοστρύχους, σε αντίθεση με τα γένια που είναι πιο ήρεμα και καλοχτενισμένα. Η μύτη είναι μακριά, με πλατιά πτερύγια, και τα χείλη λεπτά, κρυμμένα κάτω από το παχύ μουστάκι. Τα μάτια είναι μικρά και στρογγυλά και τα βλέφαρα ασυνήθιστα πλατιά. Τα ανασηκωμένα παχιά φρύδια και οι βαθιές ρυτίδες στο μέτωπο προσδίδουν εκφραστικότητα και ζωντάνια στο πρόσωπο. Η ατημέλητη εμφάνιση της μορφής παραπέμπει σε κυνικό φιλόσοφο. Για το λόγο αυτό έχει διατυπωθεί η άποψη ότι παριστάνει τον Αθηναίο κυνικό Αντισθένη (450/445-365 π.Χ.) που υπήρξε δάσκαλος του Διογένη. Η Σέμνη Καρούζου διατύπωσε για πρώτη φορά, το 1985, την άποψη ότι το πορτρέτο ίσως παριστάνει τον περίφημο φιλόσοφο του 3ου αι. π.Χ. Βίωνα Βορυσθενίτη (από τον ποταμό Βορυσθένη της Ολβίας, στη σημερινή Ουκρανία). Ο Βίων, που ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως μαθητής του περιπατητικού Θεόφραστου, έγινε αργότερα διάσημος για τον ηδονιστικό κυνισμό του και την ειρωνεία του, που πήγαζε ίσως από την περιφρόνησή του στην ταπεινή του καταγωγή (λέγεται ότι ήταν γιος ενός ψαρά και μιας εταίρας). Δίδασκε την αποσύνδεση από τα υλικά πράγματα για την επίτευξη της πνευματικής γαλήνης, ενώ στα στερνά του καταπιάστηκε και με τη μαγεία για να ξεπεράσει το φόβο του θανάτου. Άφησε το στίγμα του στα γράμματα με τις σατιρικές «διατριβές» του. Μια βέβαιη ερμηνεία του απεικονιζόμενου προσώπου είναι αδύνατη, αφού και ο τόπος ανίδρυσης του αγάλματος είναι άγνωστος. Στο έργο, που αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα παραδείγματα ψυχογραφικής εμβάθυνσης, αναγνωρίζονται στοιχεία του πρώιμου μπαρόκ και για το λόγο αυτό προκρίνεται η χρονολόγησή του γύρω στο 230 ή πιθανόν στα 220-210 π.Χ. Έχει, ωστόσο, υποστηριχθεί και η χρονολόγησή του στο α΄ μισό του 2ου αι. π.Χ., εξαιτίας του ρεαλισμού του, που τον φέρνει κοντά σε δημιουργίες της μέσης ελληνιστικής περιόδου. Προτάσεις για μια πρωιμότερη χρονολόγησή του, περί το 340 π.Χ., που βασίζονται στις τροχάδες, στον τύπο δηλαδή των σανδαλιών που αποδίδονται στο άγαλμα, δεν φαίνεται να ευσταθούν, καθώς αυτό το είδος των σανδαλιών απαντά στην τέχνη από τον 5ο αι. π.Χ. ως τους ρωμαϊκούς χρόνους. Η Σ. Καρούζου θεώρησε την κεφαλή έργο της ροδιακής σχολής χαλκοπλαστικής.

Βιβλιογραφία: Ι.N. Σβορώνος, Το εν Αθήναις Εθνικόν Μουσείον. Ο θησαυρός του ναυαγίου των Αντικυθήρων, Αθήναι 1903, Τόμος Α, 29-35, αρ. 2, πίν. III-IV. K. T. Frost, The Statues from Cerigotto, JHS 23 (1903) 233-235, αρ. V, εικ. 4. L. Alscher, Griechische Plastik ΙV: Hellenismus, Berlin 1957, 146, 148, 151, 174, εικ. 70. E. Buschor, Das hellenistische Bildnis2, Munchen 1971, 25, 27, 28, 76, αρ. 94, εικ. 20. P. C. Bol, Die Skulpturen des Schiffsfundes von Antikythera, Berlin 1972, 24-31, πίν. 10-13,3-4. S. Karusu, Der Bronzekopf aus Antikythera - ein kynischer Philosoph, στον τόμο: Pro arte antiqua. Festschrift fur Hedwig Kenner II, Wien 1985, 207-213, πίν. 8,1-2. Ο. Τζάχου-Αλεξανδρή (επιμ.), To Πνεύμα και το Σώμα. Οι αθλητικοί αγώνες στην αρχαία Ελλάδα, Κατάλογος έκθεσης, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, 15.5.1989 - 15.1.1990, Αθήνα 1989, 190-192, αρ. 83 (Π. Καλλιγάς). Ν. Himmelmann, Antisthenes, στον τόμο: Β. Andreae (επιμ.), Phyromachos-Probleme: mit einem Anhang zur Datierung des grossen Altares von Pergamon, Mainz am Rhein 1990, 15-16. R. von den Hoff, Philosophenportrats des Fruh- und Hochhellenismus, Munchen 1994, 151-154, πίν. 41 εικ. 162-163 και πίν. 42 εικ. 164-165. P. Moreno, Scultura ellenistica I, Roma 1994, 271-274, εικ. 336-337, 340. C. C. Mattusch, Classical Bronzes. The Art and Craft of Greek and Roman Statuary, Ithaca 1996, 91, εικ. 3.7, 92-94. K. Schefold, Die Bildnisse der antiken Dichter, Redner und Denker, Basel 1997, 258-259, εικ. 142, 519. Ελ. Schraudolph, Beispiele hellenistischer Plastik der Zeit zwischen 190 und 160 v. Chr., στον τόμο: P. C. Bol (επιμ.), Die Geschichte der antiken Bildhauerkunst IIΙ: Hellenistische Plastik, Mainz am Rhein 2007, 226-227, εικ. κειμ. 86a-c. Ν. Καλτσάς - Ε. Βλαχογιάννη - Π. Μπούγια (επιμ.), Το Ναυάγιο των Αντικυθήρων: Το πλοίο, οι θησαυροί, ο μηχανισμός, Κατάλογος Έκθεσης, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Απρίλιος 2012 - Απρίλιος 2013, Αθήνα 2012, 82-84 αρ. κατ. 24α και 84-86 αρ. κατ. 24β-ζ [για τα υπόλοιπα τμήματα] (Ε. Βλαχογιάννη).
Για τις τροχάδες: K. Dohan Morrow, Greek Footwear and the Dating of Sculpture, Madison, Wisconsin 1985, 63-64, 84-86, 114-117. G. Calcani, Cavalieri di Bronzo. La torma di Alessandro opera di Lisippo, Roma 1989, 54-55.

 
 
 
 
 
Θέση στο μουσείο
|
 
     
     
                        
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ & ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ,
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ & ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ
  
 
© ΕΘΝΙΚΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ, 2008-2016
Ελ