:: 2016
 
   
   
   
   
   
   
   
   
   
   
   
   
     
   
 
 
  2016_To ταξίδι...>>
   
 
   
 

Εξωτικές ύλες από τα πέρατα της γης...


Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο
Τμήμα Συλλογών Προϊστορικών, Αιγυπτιακών, Κυπριακών και Ανατολικών Αρχαιοτήτων, αρ. ευρ
. Π 2446, 2523, 2667, 2916, 2839, 2898, 2916, 6298, 6433, 9506

Προέλευση: Ακρόπολη Μυκηνών, Θαλαμωτοί τάφοι Μυκηνών
Χρονολόγηση: ΥΕ ΙΙΙΑ-Β (14ος - 13ος αι. π.Χ.)
Χώρος έκθεσης: Έκθεση Μυκηναϊκών, Aίθουσα 4, Προθήκες 30, 36.
 
   

Τον 16ο αι. π.Χ.., οι Μυκηναίοι, πολεμικός λαός με εμπορικό διαμόνιο, εμφανίστηκαν στο διεθνές προσκήνιο και έμελλε να κυριαρχήσουν στο Αιγαίο τους επόμενους τέσσερεις αιώνες. Με τα πλοία τους διέσχιζαν την Ανατολική Μεσόγειο, δημιούργησαν εμπορικούς σταθμούς στην Κύπρο, την Συρία και την Αίγυπτο, ενώ σε αναζήτηση χρυσού, κασσίτερου και άλλων πολύτιμων υλών, έφτασαν μέχρι τη Νότια Ιταλία και τη Σικελία στα δυτικά, την Ισπανία, την Βρετανία και την Κορνουάλη στα βόρεια.

Μία πληθώρα ημιπολύτιμων λίθων, όπως αμέθυστος, κορναλίνη, ορεία κρύσταλλος, ίασπις, αχάτης, οφείτης, μαλαχίτης και λαζουρίτης, έφταναν στα Μυκηναϊκά κέντρα από τη Συρία και τη Δυτική Ασία μέσω της Αιγύπτου, για την κατασκευή σφραγιδόλιθων και εντυπωσιακών πολύχρωμων περιδεραίων. Από την Αίγυπτο, εκτός από χρυσό, οι Μυκηναίοι προμηθεύονταν γυαλί στη μορφή δισκοειδών ταλάντων αλλά και έτοιμες χάντρες από γαλάζια και πράσινη φαγεντιανή σε ποικίλα σχήματα. Από την Αφρική και την Ινδία μέσω της Συρίας, ερχόταν ελεφαντόδοντο και δόντι ιπποπόταμου, που στα χέρια επιδέξιων τεχνιτών, μεταμορφώνονταν σε ενθέματα ξύλινων επίπλων και σε σκεύη πολυτελείας, όπως καθρέφτες, κοσμηματοθήκες, κτένια και περόνες. Άλλα εξωτικά υλικά, όπως το ήλεκτρο (κεχριμπάρι), ρητίνη από τα απολιθωμένα πευκοδάση κυρίως της Βαλτικής, και το αυγό στρουθοκαμήλου από την Αίγυπτο και την Εγγύς Ανατολή διαμορφωμένο σε τελετουργικά αγγεία (ρυτά), ανταλλάσσονταν ως διπλωματικά δώρα μεταξύ των ηγεμόνων της Ανατολικής Μεσογείου.

Η ανακάλυψη δύο ναυαγίων στις νότιες ακτές της Μικράς Ασίας, του Uluburun (τέλος του 14ου αι. π.Χ.) και του ακρωτηρίου Χελιδωνία (περί το 1200 π.Χ.) προσφέρουν την πιο εύγλωττη μαρτυρία για το θαλάσσιο εμπόριο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού (17ος -12ος αι. π.Χ.) στην Ανατολική Μεσόγειο. Εκτός από καρπούς, βότανα και μπαχαρικά, που μεταφέρονταν στο φορτίο του Uluburun -πολλά από τα οποία καταγράφονται και στη Μυκηναϊκή Γραμμική Β γραφή, όπως ρόδι, ηλιόσπορος, κόλιανδρος, κύμινο και σουσάμι-, το πλοίο διακινούσε κυρίως τάλαντα χαλκού, κασσίτερου και γυαλιού, ξυλεία, πολυτελή κεραμική και αγγεία με αρωματισμένο κρασί.


Δρ. Ε. Κωνσταντινίδη-Συβρίδη

Βιβλιογραφία:
Caubet, A., Ivory, Shell and Bone, in Aruz, Bendel, Evans (eds.) Beyond Babylon. Art, Trade and Diplomacy in the Second Millennium BC, The Metropolitan Museumof Art, New York 2009.
Nightingale, G., Tiny, fragile, common, precious. Mycenaean glass and faience beads and other objects, in Jackson, C., E.C. Wager, Vitreous materials in the Late Bronze Age Aegean: A Window to the East Mediterranean World, Oxbow Books, London 2008.
Pulak, K., The Uluburun Shipwreck and Late Bronze Age Trade, in J. Aruz, K. Benzel & J. Evans (eds.). 2008. Beyond Babylon: Art, Trade and Diplomacy in the 2nd millennium BC. The Metropolitan Museum of Art, New York, Yale University Press, New Haven and London 2009: 289-310.
Σακελλαρίου, Α., Οι Θαλαμωτοί Τάφοι των Μυκηνών, Ανασκαφής Χρ. Τσούντα (1887-1898), Paris 1985.


 
 
 
 
   
   
 
|
 
     
                        
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ & ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ  
 
© ΕΘΝΙΚΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ, 2008-2017
Ελ